Posted tagged ‘πέρσες’

Ένα τσουνάμι έσωσε την Ποτίδαια από τους Πέρσες

April 20, 2012

Η Ποτίδαια, στη χερσόνησο της Κασσάνδρας, σώθηκε από τους Πέρσες εισβολείς το χειμώνα του 479 π.Χ. χάρη σε ένα… τσουνάμι, υποστηρίζεται σε μελέτη που παρουσιάστηκε σήμερα στις ΗΠΑ και η οποία προειδοποιεί για το σεισμικό κίνδυνο που υπάρχει στην περιοχή αυτή και για την πιθανότητα να επαναληφθεί το φαινόμενο.

Οι νέες γεωλογικές μελέτες αφήνουν να εννοηθεί ότι η περιοχή μπορεί να είναι ευάλωτη σε κάποιο παλιρροϊκό κύμα, εξήγησε ο Κλάους Ράιχερτερ, του Πανεπιστημίου του Άαχεν, ο κυριότερος συγγραφέας της μελέτης. Ο Ηρόδοτος είχε περιγράψει τότε το παράξενο φαινόμενο, την «απόσυρση» της θάλασσας από την Ποτίδαια και τα τεράστια κύματα που ακολούθησαν.

Ο Ράιχερτερ και οι συνάδελφοί του επαλήθευσαν την αφήγηση αυτή αναλύοντας δείγματα που έλαβαν από τη χερσόνησο της Κασσάνδρας και τα οποία αποκάλυψαν ενδείξεις ενός θαλάσσιου φαινομένου «μεγάλης ισχύος», όπως τεράστια κύματα.

Από τις ανασκαφές που έγιναν επίσης κοντά στην γειτονική, αρχαία πόλη της Μένδης διαπιστώθηκε ότι την εποχή εκείνη σημειώθηκαν πολύ έντονα φυσικά φαινόμενα στην περιοχή. Το ιζηματογενές στρώμα της Μένδης περιέχει όστρακα πολύ παλαιότερης εποχής που πιθανότατα μεταφέρθηκαν εκεί από τα βάθη της θάλασσας, μέσω των τεράστιων παλιρροϊκών κυμάτων.

Η ζώνη αυτή δεν περιλαμβάνεται στις δέκα περιοχές της Ελλάδας όπου θεωρείται ότι υπάρχει κίνδυνος για δημιουργία τσουνάμι. Ο Ράιχερτερ και η ομάδα του πιστεύουν όμως ότι οι ανακαλύψεις τους δείχνουν πως ο Θερμαϊκός Κόλπος θα πρέπει να ενταχθεί στον κατάλογο των περιοχών αυτών, δεδομένου ότι πρόκειται για μια πυκνοκατοικημένη ζώνη, με πολλές μόνιμες κατοικίες, ξενοδοχεία και εξοχικά σπίτια.

Ο ερευνητής θα παρουσιάσει τη μελέτη του στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Σεισμολογίας (SSA) στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας.

http://www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΜΠΕ

ΣΑΤΑΛΑ 622 – ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 626 – NINEYI 627

December 13, 2011

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 627…. Μάχη της Νινευή: Ο στρατός του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ηράκλειου συντρίβει τους Πέρσες στη μάχη της Νινευί, κοντά στα Γαυγάμηλα και ανακτά όλες τις βυζαντινές επαρχίες στην Εγγύς Ανατολή.

 

Ηράκλειος επιστρέφει Τιμίου Σταυρού στην Ιερουσαλήμ, αναχρονιστικά συνοδεύεται από την Αγία Ελένη.

Ο Ηράκλειος είναι ο Αυτοκράτορας που καθιέρωσε την ελληνική γλώσσα ως την επίσημη γλώσσα του ρωμαϊκού κράτους, αντικαθιστώντας στα επίσημα έγγραφα, επιγραφές και νομίσματα το “Imperator Caesar, Augustus” με το “Βασιλεῦς”. Είναι γενικώς αποδεκτό ότι με τη βασιλεία του Ηράκλειου η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εγκατέλειψε οριστικά την Αρχαιότητα και εισήλθε για τα καλά στη μεσαιωνική φάση της, αυτήν του (σήμερα αποκαλούμενου) βυζαντινού κράτους.

OI ΜΑΧΕΣ

Οταν ο Ηράκλειος απάλλαξε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία από τον τύραννο Φωκά και έγινε αυτοκράτορας, τον Οκτώβριο του 610, βρήκε ένα κράτος διαλυμένο και σε άθλια οικονομική κατάσταση. Στο εσωτερικό βασίλευαν η διαφθορά και η πλήρης διοικητική παράλυση, ενώ οι Πέρσες στην Ανατολή και οι Αβαροι στη Χερσόνησο του Αίμου λυμαίνονταν τις βυζαντινές επαρχίες. Αφού δεν είχε στρατό ο Ηράκλειος προσπάθησε πρώτα απ’ όλα να συνάψει ειρήνη με τους δύο εχθρούς της αυτοκρατορίας. Δεν τα κατάφερε όμως.

Ο βασιλιάς της Περσίας Χοσρόης B’, ο οποίος είχε και το προσωνύμιο Παρβίζ, δηλαδή «Νικητής», συνέχιζε με τους σατράπες στρατηγούς του να κυριεύει τις βυζαντινές επαρχίες. Οι πρώτες απόπειρες του Ηρακλείου να αναχαιτίσει την προέλαση των Περσών απέτυχαν.

Το 611 οι Πέρσες εισέβαλαν στη Συρία και έφθασαν ως την Αντιόχεια. Δύο χρόνια αργότερα κατέλαβαν τη Δαμασκό, από όπου πήραν χιλιάδες αιχμαλώτους και τους πούλησαν δούλους. Το ίδιο έκαναν το 614 στην Ιερουσαλήμ, όπου με τη βοήθεια των Ιουδαίων έσφαξαν χιλιάδες χριστιανούς κατοίκους της και γύρω στις 100.000 τους πούλησαν δούλους. Κατέστρεψαν τις εκκλησίες, σύλησαν τον Πανάγιο Τάφο και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο, όπως θρυλείται, ο Χοσρόης τον έστησε στα δεξιά του θρόνου του ενώ στα αριστερά τοποθέτησε έναν ψεύτικο πετεινό ώστε ο ίδιος να κάθεται ως «πατήρ» ανάμεσα στον «Υιό» και στο «Αγιο Πνεύμα».

Μετά την Παλαιστίνη σειρά κατάκτησης είχαν η Αίγυπτος και η Μικρά Ασία, όπου τα στρατεύματα του Χοσρόη έφθασαν ως τη Χαλκηδόνα, την οποία κατέλαβαν το 616.

Βοήθεια από την Εκκλησία

Χωρίς τον σιτοβολώνα της Αιγύπτου και χωρίς τις προμηθεύτριες πρώτων υλών επαρχίες της Συρίας και της Ιουδαίας η Κωνσταντινούπολη έπνεε τα λοίσθια οικονομικά. Ο Ηράκλειος προσπάθησε και πάλι να έρθει σε συμφωνία με τον Χοσρόη, αλλά ανένδοτος ο πέρσης βασιλιάς έριξε στη φυλακή τα μέλη της βυζαντινής αντιπροσωπείας.

Εξάλλου οι Αβαροι είχαν εντελώς αποθρασυνθεί. Το 619, ενισχυμένοι με Σλάβους και ενθαρρημένοι από τη βυζαντινή αδράνεια, έφθασαν ως τη Θεσσαλονίκη και απείλησαν την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος, μη έχοντας στρατό για να φοβίσει τον χαγάνο των Αβάρων, σκέφτηκε να τον εντυπωσιάσει με ορχήστρες, ψαλτάδες, ιπποδρομίες και πλούσια δώρα.

Αλλά ο χαγάνος είχε άλλα σχέδια: σκόπευε να πιάσει όμηρο τον αυτοκράτορα. Του έστησε ενέδρα και καθώς η αυτοκρατορική πομπή, με μπροστά την ορχήστρα, πορευόταν προς το σημείο της συνάντησης, στη Σιλύστρια της Θράκης, οι Αβαροι επιτέθηκαν σφάζοντας αδιακρίτως μουσικούς, ακολούθους και όποιον άλλον τους τύχαινε προσπαθώντας να εντοπίσουν τον αυτοκράτορα. Ο Ηράκλειος έκρυψε τα βασιλικά του διάσημα και γλίτωσε καλπάζοντας με το άλογό του ως την Κωνσταντινούπολη, ακολουθούμενος από τις ορδές των Αβάρων, οι οποίοι σταμάτησαν μπροστά στα τείχη της πόλης και αφού λεηλάτησαν τα περίχωρά της υποχώρησαν μόνοι τους προς τη Θράκη μια και δεν είχαν τίποτε άλλο να λεηλατήσουν. (Τα γεγονότα αυτά άλλοι ιστορικοί τα τοποθετούν το 617 και άλλοι το 623.)

Απελπισμένος από όλη αυτή την κατάσταση ο Ηράκλειος έφθασε στο σημείο να θέλει να παραιτηθεί – πιθανώς το 619 – ή κατ’ άλλους να μεταφέρει την πρωτεύουσα του Βυζαντίου στη Λιβύη. Τελικώς όμως ο πατριάρχης Σέργιος, από τις σημαντικότερες μορφές του Βυζαντίου του 7ου αιώνα, όχι μόνο μετέπεισε τον Ηράκλειο και τον έβαλε να ορκιστεί στην Αγία Σοφία μπροστά στον λαό ότι δεν θα εγκατέλειπε την Πόλη αλλά του πρόσφερε, ως δάνειο, όλα τα χρυσά, ασημένια και χάλκινα σκεύη και αντικείμενα των εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης, τα οποία παραδόθηκαν στο νομισματοκοπείο και κόπηκαν νομίσματα. Τα χάλκινα μάλιστα νομίσματα, τα οποία λόγω της μικρής τους αξίας είχαν και τη μεγαλύτερη διάδοση, έφεραν την επιγραφή «εν τούτω νίκα».

Ο αναπάντεχος αυτός πλούτος έδωσε την ελευθερία στον Ηράκλειο να διαπραγματευθεί εκ νέου συνθήκη ειρήνης με τους Αβάρους, έστω και απεχθή: «Ο χαγάνος μεθ’ ημών πάκτα πεποιηκώς» γράφει ο ποιητής και χρονικογράφος Γεώργιος Πισίδης. Οι Αβαροι δέχθηκαν να συνθηκολογήσουν με την προϋπόθεση ότι θα έπαιρναν 150.000 χρυσά νομίσματα ετησίως.

Προετοιμασίες για πόλεμο

Αφού ησύχασε από τους Αβάρους ο Ηράκλειος καταπιάστηκε με τη συγκρότηση του στρατού εγκαινιάζοντας το σύστημα των θεμάτων ιδίως στη Μικρά Ασία. Δημιούργησε, δηλαδή, μεγάλες στρατιωτικές περιφέρειες στις οποίες παραχώρησε μεγάλες εδαφικές εκτάσεις σε οικογένειες στρατιωτικών με αντάλλαγμα την προσφορά στρατιωτικής υπηρεσίας. Ετσι για πρώτη φορά το Βυζάντιο απέκτησε εθνικό στρατό και οι μισθοφόροι μειώθηκαν στο ελάχιστο. Επίσης ο Ηράκλειος, με σκοπό να επιτεθεί στους Πέρσες, οι οποίοι φημίζονταν για το ιππικό τους, άλλαξε και τη σύνθεση του στρατεύματος. Ως τότε ο στρατός στηριζόταν στο πεζικό. Στο εξής ο Ηράκλειος θα βασιζόταν και αυτός στο ιππικό του, το οποίο απετελείτο από τους κατάφρακτους ιππείς, δηλαδή που φορούσαν πανοπλία, και από τους ιπποτοξότες, οι οποίοι ήταν οπλισμένοι με τόξα. Οι προετοιμασίες για τον πόλεμο εναντίον των Περσών κράτησαν πάνω από δύο χρόνια.

Στις 4 Απριλίου 622, Κυριακή του Πάσχα, ο Ηράκλειος, ντυμένος σαν απλός στρατιώτης, κοινώνησε και προσευχήθηκε στην Αγία Σοφία. Την επομένη, κρατώντας σαν λάβαρο την Εικόνα του Σωτήρος, επιβιβάστηκε επικεφαλής του στόλου που θα τον μετέφερε από την Κωνσταντινούπολη στις Πύλες της Βιθυνίας.

Στην Κωνσταντινούπολη ο Ηράκλειος είχε αφήσει αντιβασιλέα τον 10χρονο γιο του και συναυτοκράτορα Κωνσταντίνο υπό την επιτροπεία του πατριάρχη Σέργιου και του μαγίστρου Βώνου, οι οποίοι ανέλαβαν και τη διοίκηση του κράτους.

Στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, ο Ηράκλειος βρήκε να τον περιμένει ένας στρατός 120.000 ανδρών. Επί μήνες ο αυτοκράτορας εκπαίδευσε ο ίδιος τον στρατό του υπομένοντας τις ίδιες κακουχίες και τηρώντας την ίδια σιδερένια πειθαρχία. Παράλληλα με συνεχείς παραινέσεις και ομιλίες προς αξιωματικούς και απλούς στρατιώτες ο Ηράκλειος προσπαθούσε να τονώσει το ηθικό τους και να τους κάνει να πιστέψουν ότι η εκστρατεία τους εναντίον των Περσών θα ήταν τελικά νικηφόρα επειδή είχαν τη βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας.

H μάχη στα Σάταλα

Το φθινόπωρο του 622 ο Ηράκλειος ξεκίνησε με τον ετοιμοπόλεμο πλέον στρατό του εναντίον των Περσών. Κατευθύνθηκε ανατολικά και μετά έκανε στροφή προς Βορρά, «επί τα μέρη της Αρμενίας», όπως μας πληροφορεί ο Πισίδης.

Στην πρώτη σύγκρουση με τους Πέρσες οι Βυζαντινοί αναδείχθηκαν νικητές. Αλλά όταν ο Ηράκλειος θέλησε να διασχίσει την ορεινή Αρμενία και να περάσει από εκεί στα περσικά εδάφη βρήκε όλα τα περάσματα αποκλεισμένα από τους Πέρσες. Με ένα ευφυές στρατηγικό σχέδιο ο Ηράκλειος ξεγέλασε τους Πέρσες. Εστρεψε την πορεία του προς τα βόρεια δίνοντας την εντύπωση ότι πήγαινε προς τον Πόντο για να ξεχειμωνιάσει. Ο Ηράκλειος, όμως, κάνοντας κύκλο, ξαναγύρισε στην Αρμενία, αλλά βορειότερα, και προχώρησε προς τα Σάταλα, πόλη μεγάλης στρατηγικής σημασίας, κοντά στις πηγές του ποταμού Λύκου.

Οι Πέρσες, όταν αντιλήφθηκαν ότι οι Βυζαντινοί τούς είχαν υπερκεράσει, δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Ο Χοσρόης προσπάθησε να κάνει και αυτός ελιγμό και διέταξε τον στρατηγό του Σαρβαραζά να βαδίσει με μεγάλη δύναμη εναντίον της Καισάρειας ώστε να εξαναγκάσει τον Ηράκλειο να γυρίσει πίσω. Ο Ηράκλειος όμως δεν έδειξε διαθέσεις οπισθοχώρησης και έτσι ο Σαρβαραζάς, φοβούμενος ότι οι Βυζαντινοί θα προελάσουν στην Περσία, εγκατέλειψε το σχέδιο της Καισάρειας και γύρισε πίσω για να αντιμετωπίσει τον Ηράκλειο.

Ο αγώνας δρόμου των δύο στρατών ήταν άνισος. Ο στρατός του Ηρακλείου βάδιζε προς τα Σάταλα μέσω της οδού Θεοδοσιουπόλεως, δηλαδή ακολουθούσε τον κεντρικό δρόμο, ενώ τα στρατεύματα του Σαρβαραζά, ακολουθώντας τους Βυζαντινούς, ήταν υποχρεωμένα να σκαρφαλώνουν στα δύσβατα μονοπάτια της ορεινής Αρμενίας.

Ο Σαρβαραζάς καραδοκούσε για την ευκαιρία να επιτεθεί νύχτα. Αλλά οι νύχτες ήταν φεγγαρόλουστες και δεν προσφέρονταν για αιφνιδιασμό. Επιπλέον μια έκλειψη σελήνης επέτεινε τη δυσθυμία των στρατιωτών του Σαρβαραζά επειδή τη θεώρησαν κακό οιωνό. Αλλά όταν ο πέρσης στρατηγός αποφάσισε τελικά να αιφνιδιάσει τον βυζαντινό στρατό, βρήκε τους στρατιώτες του Ηρακλείου να τον περιμένουν: το σχέδιο του το είχαν πληροφορηθεί οι κατάσκοποι του αυτοκράτορα.

H μάχη αυτή πρέπει να δόθηκε κάποια νύχτα ανάμεσα στις 7 και στις 12 Φεβρουαρίου 623. Μόλις οι Πέρσες κατέβηκαν από τα βουνά για να επιτεθούν έπεσαν στην ενέδρα: οι Βυζαντινοί τούς περίμεναν, τους περικύκλωσαν και τους σφαγίασαν κυριολεκτικά. Μόλις και μετά βίας σώθηκε ο Σαρβαραζάς με ελάχιστα υπολείμματα του στρατού του. Τα πλούσια εφόδια των Περσών έπεσαν στα χέρια των Βυζαντινών, οι οποίοι είδαν ότι οι Πέρσες δεν ήταν αήττητοι και ευχαριστούσαν τον Θεό για τη βοήθεια που τους προσέφερε και τον Ηράκλειο για την ιδιοφυή στρατηγική του και για το απαράμιλλο θάρρος του στο πεδίο της μάχης.

Αφού στρατοπέδευσε στα Σάταλα με σκοπό προφανώς να ξεχειμωνιάσει εκεί, ο Ηράκλειος άλλαξε ξαφνικά γνώμη. Στο σημείο αυτό οι απόψεις των ιστορικών διίστανται: άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Ηράκλειος αναγκάστηκε να σπεύσει στην Κωνσταντινούπολη εξαιτίας των Αβάρων (το περιστατικό που αναφέρθηκε πιο πάνω) και άλλοι ότι απλώς ο αυτοκράτορας προτίμησε να περάσει τους υπόλοιπους μήνες του χειμώνα του 623 στην πρωτεύουσα.

Οι νίκες συνεχίζονται

Στο μεταξύ ο Χοσρόης, μετά την καταστροφή του στρατού του Σαρβαραζά, συγκρότησε εκ νέου μια μεγάλη στρατιά που, με επικεφαλής και πάλι τον Σαρβαραζά, έκανε επίδειξη δυνάμεως στην Κιλικία και στη Γαλατία.

Την άνοιξη του 623 ο Ηράκλειος έστειλε στον Χοσρόη επιστολή με την οποία ζητούσε συνθήκη ειρήνης αλλά ο πέρσης βασιλιάς απέρριψε την πρόταση. Ετσι τον Μάρτιο ο Ηράκλειος ξεκίνησε και πάλι εναντίον των Περσών από τα Σάταλα, όπου βρήκε τον στρατό του, γύρω στους 120.000 άνδρες.

Παρ’ όλο που ο Χοσρόης περίμενε ότι ο Ηράκλειος θα επέστρεφε στη Μικρά Ασία για να ανακαταλάβει τα εδάφη που είχαν κατακτήσει οι Πέρσες, ο βυζαντινός στρατός μπήκε στην περσική Αρμενία. Ο Χοσρόης αιφνιδιάστηκε και αναγκάστηκε να ανακαλέσει τον Σαρβαραζά από τη Μικρά Ασία και συγκέντρωσε και μια δεύτερη μεγάλη στρατιά στην οποία έβαλε αρχηγό τον σατράπη Σαήν.

Απτόητος ο Ηράκλειος συνέχισε την προέλασή του μέσα στην Περσία κυριεύοντας τις πόλεις Ντοβίν και Ναχκαβάν και την Ταυρίδα της Μηδίας, όπου κατέστρεψε τον περίφημο ναό του Ζωροάστρη σε αντίποινα για την καταστροφή του Ναού του Παναγίου Τάφου στην Ιερουσαλήμ. Με διαλείμματα τους χειμερινούς μήνες, τα επόμενα χρόνια η προέλαση του βυζαντινού στρατού μέσα στο περσικό έδαφος συνεχιζόταν ακάθεκτη παρά τις προσπάθειες του Χοσρόη.

H πολιορκία της Κωνσταντινούπολης

Στο μεταξύ οι Αβαροι, ενοχλημένοι προφανώς από τη βυζαντινή διπλωματία, η οποία προσπαθούσε να ενισχύσει και να έχει συμμάχους τους Χρωβάτους (Κροάτες) και τους Σέρβους, όχι μόνο καταπάτησαν τη συνθήκη ειρήνης που είχαν με τους Βυζαντινούς αλλά ήρθαν και σε συνεννόηση με τους Πέρσες για να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη ενόσω ο Ηράκλειος βρισκόταν μακριά. Οταν ο Ηράκλειος πληροφορήθηκε τη συμφωνία των Αβάρων με τους Πέρσες έστειλε στον Χαγάνο προτάσεις ειρήνης αλλά αυτός τις απέρριψε. Τότε ο Ηράκλειος, χωρίς ούτε καν να διανοηθεί να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, έδωσε εντολή να επισκευασθούν οι οχυρώσεις της πόλης, να κατασκευασθούν αμυντικές μηχανές και να εξασφαλισθεί ο επισιτισμός των κατοίκων για αρκετόν καιρό. Για να ενισχύσει την άμυνα της Κωνσταντινούπολης ο Ηράκλειος έστειλε 12.000 άνδρες ενώ εμπιστεύθηκε το μεγαλύτερο μέρος της στρατιάς του στον αδελφό του Θεόδωρο με την εντολή να σπεύσει να βοηθήσει τους πολιορκημένους, αφού προηγουμένως συνέτριβε τον στρατό του Σαήν.

Πράγματι ο Θεόδωρος νίκησε τον Σαήν κοντά στα Σάταλα. Ο Σαήν από τη στενοχώρια του έπαθε συγκοπή και πέθανε, και ο Θεόδωρος συνέχισε την πορεία του προς την Κωνσταντινούπολη. Στο μεταξύ ο άλλος πέρσης στρατηγός, ο Σαρβαραζάς, έφθανε στα μέσα Ιουνίου του 626 με τον στρατό του στη Χαλκηδόνα και περίμενε τους Αβάρους να κάνουν την εμφάνισή τους.

H εμπροσθοφυλακή των Αβάρων από 30.000 άνδρες εμφανίστηκε έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης στις 29 Ιουνίου και με συνθηματικές πυρές έκαναν γνωστή την παρουσία τους στους Πέρσες. Εναν μήνα αργότερα εμφανίστηκε ο Χαγάνος με τον κύριο όγκο της στρατιάς του, πάνω από 150.000 άνδρες, στην οποία συμμετείχαν Σλάβοι και Βούλγαροι, και έστησε τις πολιορκητικές μηχανές του.

Στην πολιορκημένη Πόλη ο μάγιστρος Βώνος επιθεωρούσε τον στρατό και τις οχυρώσεις ενώ ο πατριάρχης Σέργιος, κρατώντας την εικόνα της Θεοτόκου, περιφερόταν στα τείχη εμψυχώνοντας τους μαχητές. Οι επιθέσεις των πολιορκητών συνεχίστηκαν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο μάγιστρος Βώνος ζήτησε και πάλι συνθηκολόγηση από τον Χαγάνο, αλλά αυτός απάντησε ότι απαιτούσε να του παραδώσουν την πόλη και οι πολίτες θα ήταν ελεύθεροι να φύγουν με ό,τι θα μπορούσε ο καθένας να πάρει μαζί του. Αν δεν το έκαναν όμως, δεν έπρεπε να περιμένουν το έλεός του. Θα γλίτωναν μόνο αν γίνονταν πουλιά και πετούσαν ψηλά ή ψάρια και έφευγαν κολυμπώντας.

H κατάσταση ήταν ανησυχητική αλλά όχι απελπιστική ως τις 6 Αυγούστου, οπότε οι Αβαροι κατέλαβαν την εκκλησία των Βλαχερνών και οχυρώθηκαν μέσα σε αυτήν. Ωστόσο ο Βώνος έμαθε το πώς οι Αβαροι θα έρχονταν σε συνεννόηση με τους Πέρσες για να επιτύχουν συντονισμένη επίθεση και αντί για τους Αβάρους στις 7 Αυγούστου άναψε ο ίδιος τις συνθηματικές φωτιές στην άκρη των θαλασσίων τειχών παρασύροντας τον αβαρικό στόλο που βρισκόταν στον Κεράτιο κόλπο να επιτεθεί χωρίς λόγο. Αποτέλεσμα: όλος ο στόλος των Αβάρων βυθίστηκε από τον βυζαντινό στόλο συμπεριλαμβανομένων και των μονόξυλων που μετέφεραν μυστικά 4.000 Πέρσες. Ο Χαγάνος θυμωμένος για το λάθος που είχαν κάνει οι άνδρες του έσφαξε τους επιζήσαντες και έλυσε την πολιορκία. Ο Σαρβαραζάς βλέποντας τις εξελίξεις μάζεψε τον στρατό του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

Μετά την αναπάντεχη νίκη ο Αντιβασιλέας Κωνσταντίνος, ο πατριάρχης Σέργιος, οι προύχοντες και ο λαός πήγαν στην εκκλησία των Βλαχερνών για να ευχαριστήσουν τη Θεοτόκο. Εκεί πρωτακούστηκε ο Ακάθιστος Υμνος, γραμμένος για την περίσταση είτε από τον Πατριάρχη είτε από τον Γεώργιο Πισίδη.

Στο μεταξύ ο Θεόδωρος με τον στρατό του είχε φθάσει έξω από την Κωνσταντινούπολη και κυνήγησε τους Αβάρους ως τα βόρεια σύνορα της χερσονήσου του Αίμου, τους συνέτριψε και έκτοτε οι Αβαροι έπαψαν να ενοχλούν το Βυζάντιο.

H μάχη στη Νινευί

Οσο οι Αβαροι και ο στρατός του Σαρβαραζά πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολη, ο Ηράκλειος με τον λίγο στρατό που είχε κρατήσει συνέχιζε το κυνήγι του Χοσρόη. Ευρισκόμενος στη Λαζική εξασφάλισε τη συμμαχία των χαζάρων Τούρκων οι οποίοι τον ενίσχυσαν με 40.000 μαχητές. Ετσι τον Σεπτέμβριο του 627, αφού πέρασε τον ποταμό Αραξη και ενώθηκε πάλι με τον στρατό του Θεόδωρου, ο Ηράκλειος εισέβαλε στην Ατροπατηνή Μηδία και λεηλατώντας την περιοχή, σε αντίποινα προς τους Πέρσες, κατέβαινε προς τα Κορδυαία όρη. Στο μεταξύ οι Χάζαροι εγκατέλειψαν τον Ηράκλειο φοβούμενοι μήπως αποκλειστούν από τους Πέρσες και τον χειμώνα. Ο Αυτοκράτορας όμως ενθάρρυνε τους άνδρες του λέγοντας «τι να τους κάνουμε τους Χαζάρους όταν έχουμε τη βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας;».

Οι Πέρσες με αρχηγό έναν άλλον σατράπη, τον Ραζάτη, προσπάθησαν να αναχαιτίσουν την προέλαση των Βυζαντινών επιδιώκοντας να κλείσουν τα ορεινά περάσματα των Κορδυαίων. Δεν πρόλαβαν όμως. Ο Ηράκλειος με τον στρατό του πέρασε τα Κορδυαία και κατευθυνόταν προς τη Μεσοποταμία. Απ’ όπου περνούσε ο βυζαντινός στρατός εξαντλούσε τα τρόφιμα της περιοχής, με αποτέλεσμα ο Ραζάτης που ακολουθούσε κατά πόδας να μη βρίσκει τίποτε για να θρέψει τους άνδρες του. Ηταν δηλαδή «οπίσω ως κύων πεινών μόλις εκ των ψιχίων αυτού ετρέφετο», όπως γράφει στη Χρονογραφία του ο Θεοφάνης Ομολογητής.

Φθάνοντας στην πεδιάδα της Μεσοποταμίας ο Ηράκλειος άφησε τους άνδρες του να ξεκουραστούν. Αλλά την 1η Δεκεμβρίου του 627 ξεκίνησε ξανά με προορισμό την πρωτεύουσα του περσικού κράτους, την Κτησιφώντα. Πέρασε τον ποταμό Ζάβατο και στρατοπέδευσε κοντά στην αρχαία πρωτεύουσα των Ασσυρίων Νινευί, «ου μακράν, και ίσως επ’ αυτού του πεδίου των Γαυγαμήλων, όπου ο μέγας Αλέξανδρος ενίκησε τον δεύτερον εκ παρατάξεως τον τελευταίον του πρώτου περσικού κράτους βασιλέα» γράφει ο K. Παπαρρηγόπουλος στην Ιστορία του Ελληνικού Εθνους.

Οι Πέρσες πέρασαν και αυτοί τον Ζάβατο και στρατοπέδευσαν λίγο πιο κάτω, στη συμβολή του Ζάβατου με τον Τίγρη, και ο Ραζάτης αποφάσισε να επιτεθεί. Για τούτη την αποφασιστική μάχη, στις 12 Δεκεμβρίου του 627, η οποία έκρινε το τέλος του πολέμου του Ηρακλείου κατά των Περσών, ελάχιστα έχουν διασωθεί στη χρονογραφία ως προς τις δυνάμεις και την τακτική που ακολουθήθηκε από τους δύο στρατούς «αλλ’ εξυμνούσι μόνον άπαντες την προσωπικήν του Ηρακλείου ανδρείαν, ήτις κατά την αείμνηστον ταύτην ημέραν ανεδείχθη φαίνεται ενάμιλλος της ακατασχέτου ορμής του Αλεξάνδρου» (Παπαρρηγόπουλος). Ο Ηράκλειος πάνω στο άλογό του, τον Δόρκωνα, παρ’ ότι πληγωμένος στο χείλος και στο πόδι, σκότωσε τρεις από τους κυριότερους αξιωματικούς των Περσών και τον ίδιο τον Ραζάτη. Οι απώλειες των Περσών ήταν πολύ μεγάλες. Οσοι γλίτωσαν τον θάνατο ή δεν πιάστηκαν αιχμάλωτοι τράπηκαν σε φυγή.

Το τέλος του Χοσρόη

Μετά τη νίκη του στη Νινευί ο Ηράκλειος στράφηκε νοτιοανατολικά κυνηγώντας τον Χοσρόη και προσπαθώντας επιτέλους να τον κάνει να πολεμήσει. Αλλά παρ’ όλο που ο Χοσρόης είχε μαζί του έναν στρατό 40.000 ανδρών απέφευγε την απευθείας σύγκρουση με τον Ηράκλειο, ταυτόχρονα όμως δεν δέχθηκε ούτε αυτή τη φορά να συνθηκολογήσει αλλά συγκέντρωνε πυρετωδώς και άλλα στρατεύματα. Ωσπου, τον Φεβρουάριο του 628, ο πρωτότοκος γιος του Χοσρόη, ο Σιρόης ή Καβάδης B’, ανέτρεψε τον πατέρα του, τον οποίο και σκότωσε, και έκλεισε ειρήνη με τον Ηράκλειο επιστρέφοντας στο Βυζάντιο όλες του τις κτήσεις, μαζί και τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο ο Ηράκλειος μετέφερε με μεγάλη επισημότητα στα Ιεροσόλυμα, είτε το 629 είτε το 630, ανάλογα με την ιστορική πηγή.

KEMENA: ΙΩΑΝΝΑ ΖΟΥΛΑ

http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=152194

Μάχη των Γαυγαμήλων

October 1, 2011

 

 

FROM: http://www.youtube.com/user/YTube9404

 

Μάχη των Γαυγαμήλων

Ως μάχη των Γαυγαμήλων ή μάχη στα Γαυγάμηλα εννοείται η τελευταία και μεγαλύτερη μάχη του Αλέξανδρου Γ’ Μακεδόνα κατά του Δαρείου Γ΄ Κοδομανού το 331 ΠΚΕ, χάρη στην οποία ο Αλέξανδρος έκαμψε την τελευταία αντίσταση του μεγάλου βασιλέα στην πορεία του για την κατάληψη της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Κατέχοντας ο Αλέξανδρος τα παράλια της Αν. Μεσογείου και έχοντας εξουδετερώσει τον περσικό στόλο, ήταν έτοιμος να περάσει στη Μεσοποταμία. Πριν εκκινήσει, χρειάστηκε να καταστείλει την εξέγερση των Ιουδαίων της Σαμάρειας που είχαν κάψει ζωντανό τον Ανδρόμαχο, στρατηγό της περιοχής[1].

Το εκστρατευτικό σώμα έφθασε στην πόλη Θάψακο[2], κτισμένη στη δυτική όχθη του ποταμού Ευφράτη, αρχές καλοκαιριού του 331 ΠΚΕ. Εκεί, τα προπορευόμενα τμήματα του μηχανικού είχαν ήδη αρχίσει τις προσπάθειες γεφύρωσης του ποταμού. Ωστόσο, η κατασκευή των δύο πλωτών γεφυρών δεν ήταν δυνατόν να ολοκληρωθεί, καθώς ο Μαζαίος είχε καταλάβει την ανατολική όχθη του ποταμού με απόσπασμα 5.000 ανδρών του περσικού στρατού[3]. Σύντομα, όμως, βλέποντας το στρατό του Αλέξανδρου, ο Μαζαίος υποχώρησε. Η γεφύρωση ολοκληρώθηκε και ο στρατός του Αλέξανδρου διέσχισε τον μεγάλο ποταμό. Ωστόσο, για λόγους επιμελητείας κυρίως και κλιματικών συνθηκών, ο Αλέξανδρος δεν κινήθηκε νοτιοανατολικά, όπως ίσως θα αναμενόταν αλλά βόρεια, μέσω της Μυγδονίας, όπως την αποκάλεσαν ύστερον οι Μακεδόνες με τους δροσερούς λόφους και την άφθονη βοσκή για τα άλογα, τις κατοικημένες περιοχές για την προμήθεια τροφίμων και περισσότερη δροσιά για τους πεζούς.

 

httpv://www.youtube.com/watch?v=RFrg6Jo4gXw&feature=related

 

httpv://www.youtube.com/watch?v=zIVojDEAsuY&feature=related

 

httpv://www.youtube.com/watch?v=7xaf4gON8mQ&feature=related

Λίγο αργότερα, όμως, αιχμαλωτίστηκαν Πέρσες ανιχνευτές. Από αυτούς πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος πως ο Δαρείος είχε συγκεντρώσει στρατιά μεγαλύτερη από εκείνη της μάχης της Ισσού και πως είχε στρατοπεδεύσει στη δυτική όχθη του ποταμού, με την απόφαση να μην επιτρέψει τη διάβαση του Τίγρη. Ακούγοντας την είδηση ο Αλέξανδρος θεώρησε πως δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει το πέρασμα ενός τέτοιου ποταμού κάτω από τα βέλη του αντιπάλου του και τράβηξε βορειανατολικά, στο Μπετζαμπντέ, όπου πέρασε δύσκολα τον μεγάλο ποταμό και βρέθηκε στην ανατολική όχθη. Εκεί σταμάτησε μια μέρα για να ξεκουράσει το στράτευμα στις ορεινές όχθες.

Το ίδιο βράδυ (20 Σεπτεμβρίου 331 ΠΚΕ[4]) συνέβη ολική έκλειψη σελήνης και φόβος εξαπλώθηκε στο στρατόπεδο, καθώς η έκλειψη θεωρείτο κακός οιωνός. Ο μάντης Αρίστανδος όμως θύμισε στο στράτευμα πως σύμφωνα με τους Πέρσες μάγους ο ήλιος είναι το έμβλημα των Ελλήνων και η σελήνη έμβλημα των Περσών. Κατόπιν θυσίασε στη Σελήνη, τον Ήλιο και τη Γη ο μάντης και εξετάζοντας τα σφάγια βρήκε πως η έκλειψη ήταν ευνοϊκή για τους Έλληνες και ότι μέσα σε ένα μήνα θα γινόταν νικηφόρα μάχη. Με τέτοιον ευνοϊκό χρησμό ο στρατός ξεκίνησε την αυγή να συναντήσει τους Πέρσες. Βάδισαν νότια κατά μήκος του Τίγρη για τέσσερεις ημέρες. Εκεί συνάντησαν ιππείς και ο Αλέξανδρος με τη βασιλική ίλη, τους πρόδρομους, τους Παίονες και άλλη μία ίλη τους επιτέθηκε. Αρκετοί σκοτώθηκαν, άλλοι ξέφυγαν και κάποιοι αιχμαλωτίστηκαν[5]. Σύμφωνα με τις πληροφορίες τους ο Δαρείος βρισκόταν κοντά στον ποταμό Βούμηλο[6].

Ο Αλέξανδρος αμέσως σταμάτησε την προέλαση του στρατού και στρατοπέδευσε, οχυρώνοντας το στρατόπεδο, για κάθε ενδεχόμενο. Εδώ ξεκούρασε το στράτευμα επί τέσσερεις ημέρες. Το βράδυ της τέταρτης ημέρας, 29η προς 30η Σεπτεμβρίου, προέλασε και πάλι, αφήνοντας πίσω του σκεύη, αιχμαλώτους και τους απόμαχους. Αρχικά προχώρησε ανάμεσα σε γήλοφους που τον χώριζαν από τον εχθρό. Ανεβαίνοντας τις πρωινές ώρες στα υψώματα είδε απέναντί του σε απόσταση περίπου τριάντα σταδίων τις αντίπαλες δυνάμεις. Παρέταξε τη φάλαγγα και συγκέντρωσε τους ανώτερους αξιωματικούς. Τους συμβουλεύτηκε, αν έπρεπε να προχωρήσει και να αρχίσει αμέσως την επίθεση. Οι περισσότεροι ήταν της άποψης να επιτεθούν αμέσως, αλλά ο Παρμενίων επέμεινε πως θα ήταν ασύνετο να κάνουν κάτι τέτοιο, χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς την περιοχή μπροστά τους, τις φυσικές και τεχνητές της δυσκολίες ούτε την παράταξη των εχθρών, επιμένοντας ότι το θα ήταν ορθότερο να παρατηρηθούν όλα αυτά πριν ξεκινήσει η μάχη.

Ο Αλέξανδρος άκουσε τη συμβουλή του Παρμενίωνα και διέταξε να μείνουν εκεί, αλλά παρατεταγμένοι σε μάχη. Κατασκεύασε εδώ νέο οχυρωμένο στρατόπεδο, στο οποίο μετέφερε τη σκευή και τους αιχμαλώτους από το προηγούμενο. Ο ίδιος παίρνοντας μαζί του τους ψιλούς και τους εταίρους από τους ιππείς, κατασκόπευσε ανεμπόδιστα τους αντιπάλους και την περιοχή. Ο Παρμενίων, ο Πολυσπέρχων και άλλοι τον συμβούλευσαν, όταν επανήλθε από την ανίχνευση, να επιτεθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας, γνώμη που ο Αλέξανδρος απέρριψε, θεωρώντας πως δεν είναι τίμιο να κλέψει τη νίκη[7], και ότι επιθυμεί και μπορεί να νικήσει και φανερά και χωρίς σοφίσματα τον Δαρείο. Κατόπιν έπεσε και κοιμήθηκε τόσο βαριά, που φέρεται ότι χρειάστηκε τρεις φορές το πρωί να του μιλήσει ο Παρμενίων για να σηκωθεί.

Ο περσικός στρατός που συγκεντρώθηκε εδώ, έφθανε συνολικά τους 1.000.000 πεζούς και 40.000 ιππείς όπως παραδίδει ο Αρριανός[8], αν και η άποψή του θεωρείται λίγο-πολύ προπαγανδιστική. Στον συγκεκριμένο στρατό που παρέταξε, ο Δαρείος επέφερε και άλλες βελτιώσεις. Έκανε τα ξίφη και τα δόρατα πολύ μεγαλύτερα από τα προηγούμενα[9] και κατασκεύασε 200 δρεπανηφόρα άρματα, το καθένα από τα οποία διέθετε ένα είδος μυτερού καμακιού που εξείχε αρκετά από τους ίππους, ενώ εκατέρωθεν του ζυγού πρόβαλλαν τρία μακριά ακόντια. Επίσης και από τις δυο πλευρές των αξόνων των τροχών πρόβαλλαν δρέπανα. Επιπλέον, ο Δαρείος φέρεται πως είχε στα Άρβηλα 15 οπλισμένους ελέφαντες, που για πρώτη φορά αναφέρονται ότι παρατάχτηκαν σε πεδίο μάχης. Η συνεχεία εδώ : el.wikipedia.org/wiki/Μάχη_των_Γαυγαμήλων

Μάχη των Πλαταιών – Αύγουστος του 479 π.Χ

August 26, 2011

 Αρχείο:Map Greco-Persian Wars-el.svg

httpv://www.youtube.com/watch?v=uHcSPKupxJc&feature=related

FROM: http://www.youtube.com/user/zk8551

Η Μάχη των Πλαταιών (α-ε. Μάχη τῶν Πλαταιῶν) ήταν η τελευταία μάχη του χερσαίου μετώπου κατά τη διάρκεια της δεύτερης εκστρατείας των Περσών στην Ελλάδα. Διεξήχθη τον Αύγουστο του 479 π.Χ, στις Πλαταιές της Βοιωτίας. Στη μάχη αντίπαλοι ήταν οι Ελληνικές πόλεις-κράτη (συμπεριλαμβανομένων της Σπάρτης, της Αθήνας, της Κορίνθου και των Μεγάρων) και η Περσία του Ξέρξη Α’.

Τον προηγούμενο χρόνο, η περσική εκστρατεία στην Ελλάδα είχε σημειώσει σημαντικές επιτυχίες στη μάχη των Θερμοπυλών και στη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο, και καταλήφθηκαν η Θεσσαλία, η Βοιωτία και η Αττική. Αλλά, η νίκη των Ελλήνων στη ναυμαχία της Σαλαμίνας παρεμπόδισε την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Πέρσες. Ο Ξέρξης υποχώρησε με μεγάλο μέρος του στρατού του και άφησε το στρατηγό του, τον Μαρδόνιο, να μάχεται με τους Έλληνες το επόμενο έτος.

Το καλοκαίρι του 479 π.Χ, οι Έλληνες συγκέντρωσαν ένα μεγάλο στρατό και κινήθηκαν στην Πελοπόννησο. Οι Πέρσες υποχώρησαν στη Βοιωτία, και έχτισαν ένα οχυρό στις Πλαταιές. Ελπίζοντας πώς οι Έλληνες θα υποχωρήσουν, ο Μαρδόνιος άρχισε επίθεση, αλλά οι Έλληνες (ιδιαίτερα οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι) αποφάσισαν να δώσουν μάχη, κατέστρεψαν τον περσικό στρατό και σκότωσαν τον Μαρδόνιο.

Ένα μεγάλο μέρος του περσικού στρατού παγιδεύτηκε και θανατώθηκε. Το ίδιο έπαθε και το περσικό ναυτικό μετά τη μάχη της Μυκάλης. Με αυτό το τρόπο, οι Έλληνες πήραν το πλεονέκτημα και ξεκίνησε μια νέα φάση των Περσικών πολέμων. Αν και είχε μεγάλη σημασία η νίκη στις Πλαταιές, η μάχη δεν έγινε τόσο γνωστή όπως η νίκη των Αθηναίων στη Μάχη του Μαραθώνα ή την ήττα των Ελλήνων στις Θερμοπύλες

Διαβάστε την συνεχεία εδώ: el.wikipedia.org/wiki/Μάχη_των_Πλαταιών

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ 490 π.Χ. – Η ΜΑΧΗ

August 12, 2011

 

Παράσταση της μάχης σε μελανόμορφη λήκυθο. Χρονολογείται τη δεκαετία 490-480 π.Χ

ΑΙΣΧΥΛΟΣ 525; π.Χ. – 456; π.Χ

Πολύ προτού αναμετρηθούν στο ένδοξο πεδίο της μάχης του Μαραθώνα, Ελληνες και Πέρσες είχαν «κονταροχτυπηθεί» με στόχο την επικράτηση στις ευημερούσες ελληνικές αποικίες της Μικράς Ασίας. Ηδη περί τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα οι ιωνικές πόλεις, πλην της Μιλήτου, είχαν περιέλθει η μία μετά την άλλη στις κατακτήσεις του γειτονικού κράτους της Λυδίας, υπό τον βασιλιά Κροίσο. Εκμεταλλευόμενες ωστόσο την ήπια κατά κανόνα κυριαρχία των Λυδών, οι μικρασιατικές πόλεις εξακολούθησαν να ακμάζουν στους τομείς του εμπορίου και της τέχνης. Η ουσιαστική υποδούλωσή τους ήρθε μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο βασιλιάς των Περσών Κύρος επικράτησε έναντι του Κροίσου στη μάχη των Σάρδεων το 547 π.Χ. και προήλασε θριαμβευτικά ως τα μικρασιατικά παράλια. Η περσική αυτοκρατορία των δεκάδων εκατομμυρίων υπηκόων, υπερδύναμη της εποχής και αντίπαλον δέος των ελληνικών πόλεων, εξαπλώθηκε ταχύτατα, «καταπίνοντας» ολόκληρο σχεδόν τον τότε γνωστό κόσμο, από τον ποταμό Ινδό ως την Αίγυπτο και από την Κασπία Θάλασσα ως τα ανατολικά παράλια του Αιγαίου. Αντίθετα, στον γεωγραφικό χώρο που καλύπτει σήμερα το ελληνικό κράτος υπήρχαν διάσπαρτες δεκάδες μικρές και μεγάλες αυτόνομες πόλεις-κράτη, με ισχυρότερες τη «στρατοκρατούμενη» Σπάρτη και την ακμάζουσα Αθήνα των 250.000 κατοίκων.

Πίσω στη Μικρά Ασία το νέο καθεστώς απαιτούσε τώρα την τακτική καταβολή δυσβάσταχτων φόρων υποτέλειας από τις υπόδουλες ελληνικές πόλεις της Ιωνίας, καθώς και τη συνεισφορά τους με στόλο και στρατό στην περσική πολεμική μηχανή, ενώ για τη διοίκησή τους οι Πέρσες είχαν τοποθετήσει έλληνες τυράννους της απόλυτης εμπιστοσύνης τους. Ετσι λοιπόν, στο πλαίσιο των κατακτητικών πολέμων που επεχείρησε το 513 π.Χ. στα βόρεια του ποταμού Δούναβη ο πέρσης βασιλιάς Δαρείος Α’ – «Ο Μέγας Βασιλεύς» για τους υπηκόους του -, αναγκάστηκαν να τον συνοδεύσουν με άνδρες και πλοία όλοι οι τύραννοι της Ιωνίας. Αν και το αποτέλεσμα δεν ήταν το επιθυμητό, ο Δαρείος κατάφερε τουλάχιστον να πατήσει γερά πόδι στα ευρωπαϊκά εδάφη, προσαρτώντας ολόκληρη τη Θράκη και θέτοντας υπό πλήρη έλεγχο τα νευραλγικής σημασίας στενά του Ελλησπόντου. Η Ελλάδα αποτελούσε ούτως ή άλλως τον επόμενο στόχο στον χάρτη επιχειρήσεων του Δαρείου, ο οποίος ήθελε να εξασφαλίσει την περσική κυριαρχία και στις δύο όχθες του Αιγαίου. Οσα επακολούθησαν τα επόμενα χρόνια στην Ιωνία απλώς επέσπευσαν την αναπόφευκτη σύγκρουση των δύο πλευρών, προσφέροντας στον βασιλιά των Περσών το πρόσχημα που ζητούσε για την κατά μέτωπο επίθεση στη μητροπολιτική Ελλάδα.

Η διάχυτη δυσαρέσκεια των Ελλήνων της Μ. Ασίας, οι οποίοι εκτός από βασικές ελευθερίες έχαναν σταδιακά και τον έλεγχο του εμπορίου, έστρωσε γρήγορα τον δρόμο προς μια γενικευμένη εξέγερση. Αφορμή στάθηκε μια αποτυχημένη εκστρατεία του πέρση σατράπη της Ιωνίας με στρατό και στόλο, το 500 π.Χ., στη Νάξο. Υποκινητής της εξέγερσης ήταν ο έλληνας τύραννος της Μιλήτου Αρισταγόρας, ο οποίος είχε δεσμευθεί να συνδράμει τους εξόριστους ολιγαρχικούς του νησιού προκειμένου να αρπάξουν την εξουσία από τους δημοκρατικούς. Το 499 π.Χ., μετά την αποτυχία της εκστρατείας, ο εκτεθειμένος έλληνας τύραννος, μη έχοντας τίποτε άλλο να κάνει, αποφάσισε να ηγηθεί της «εν τη γενέσει» επανάστασης, για την αποτίναξη του περσικού ζυγού από τις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας. Στην πορεία της ιωνικής επανάστασης, όπως έμεινε στην ιστορία, ο Αρισταγόρας έκανε έκκληση στις πόλεις της μητροπολιτικής Ελλάδας να ενισχύσουν τον αγώνα των αδελφών πόλεων. Στο κάλεσμα αυτό ωστόσο ανταποκρίθηκαν θετικά δύο μόνο πόλεις, η Αθήνα, που έστειλε αμέσως 20 πολεμικά πλοία, και η Ερέτρια, που συνεισέφερε άλλα πέντε.

Οι πρώτες επιτυχίες της εξέγερσης, που εκτεινόταν από τα στενά του Βοσπόρου ως και την Κύπρο έδωσαν σταδιακά τη θέση τους σε αλλεπάλληλες ήττες για να καταλήξουν το 494 π.Χ. σε πανωλεθρία στη ναυμαχία της Λάδης και αμέσως μετά στην ολοσχερή καταστροφή της Μιλήτου. Αν και οι δυνάμεις των Αθηναίων και των Ερετριέων είχαν προ πολλού αποσυρθεί, η σύντομη ανάμειξή τους ήταν αρκετή για να προκαλέσει την οργή του Δαρείου, ο οποίος ορκίστηκε άμεση εκδίκηση. Ούτως και έπραξε, στέλνοντας το 492 π.Χ. τον στρατηγό και γαμπρό του Μαρδόνιο στην Ελλάδα, με χιλιάδες στρατιώτες και εκατοντάδες πλοία. Αφού διέσχισε τον Ελλήσποντο και τη Θράκη και υπέταξε με τον στόλο του τη Θάσο, κατευθύνθηκε από ξηρά και θάλασσα προς τη Δυτική Μακεδονία. Ενόσω όμως έπλεε ανοιχτά του ακρωτηρίου του Αθωνα, ο περσικός στόλος έπεσε θύμα αντίξοων καιρικών συνθηκών που ανάγκασαν τον Μαρδόνιο να επιστρέψει άπραγος στη βάση του, κατά 300 πλοία και 20.000 άνδρες «φτωχότερος».

Επρεπε να παρέλθει μια διετία προκειμένου οι περσικές δυνάμεις να ανασυνταχθούν και να επιστρέψουν δριμύτερες στον στόχο τους. Με νέα πρόσωπα στην ηγεσία του στρατού, τον Δάτη επικεφαλής του πεζικού και τον Αρταφέρνη αρχηγό του στόλου, και με μυστικοσύμβουλο και οδηγό τον πρώην τύραννο των Αθηνών και γιο του Πεισιστράτου, Ιππία, που είχε προ πολλού αυτομολήσει στους Πέρσες, ο Δαρείος επέλεξε νέο δρομολόγιο. Τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο του 490 π.Χ., με αφετηρία την Κιλικία, ο στόλος του έπλευσε στη Σάμο και ύστερα από σύντομη στάση στη Νάξο έβαλε πλώρη για την Ερέτρια, τον πρώτο σταθμό της περσικής επίθεσης-τιμωρίας. Επειτα από έξι ημέρες σθεναρής αντίστασης, το ευβοϊκό λιμάνι έπεσε με δόλια μέσα στα χέρια των Περσών, η πόλη πυρπολήθηκε εκ βάθρων και οι κάτοικοί της εστάλησαν αιχμάλωτοι στα βάθη της Ασίας. Τώρα είχε έρθει η ώρα της Αθήνας. Με τις υποδείξεις του Ιππία, ο πάνοπλος στόλος προσάραξε στο απάνεμο ανατολικό τμήμα του κόλπου του Μαραθώνα και αποβιβάστηκε στη μικρή εύφορη πεδιάδα, 40 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης των Αθηνών. Εκεί ήλπιζε ο Ιππίας να εξασφαλίσει τη συνδρομή παλαιών φίλων και οπαδών του πατέρα του.

Για τον ακριβή αριθμό των Περσών που παρατάχθηκαν στις ακτές του Μαραθώνα οι απόψεις διίστανται. Αλλοι μιλούν για μια τρομακτική δύναμη 110.000 ανδρών, άλλοι για 70.000, άλλοι για 50.000, για 25.000 ή ακόμη και για 15.000. Πιθανότατα η αλήθεια βρίσκεται κάπου στο μέσον, δεδομένου ότι ο στρατός μεταφέρθηκε, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, με 600 περίπου πολεμικά και μεταγωγικά πλοία. Το σίγουρο είναι πάντως ότι οι Πέρσες υπερείχαν αριθμητικά των Αθηναίων που παρατάχθηκαν σύντομα απέναντί τους.

Μόλις οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν την άφιξη των Περσών στην Αττική, έστειλαν τον ημεροδρόμο Φειδιππίδη στη Σπάρτη προκειμένου να εξασφαλίσουν τη βοήθεια της στρατιωτικής υπερδύναμης της Πελοποννήσου. Την απόσταση των 240 χιλιομέτρων που χωρίζει τις δύο πόλεις θρυλείται ότι την κάλυψε σε δύο ημέρες, ωστόσο η απάντηση των Σπαρτιατών υπήρξε αποκαρδιωτική. Σύμφωνα με τις τοπικές θρησκευτικές παραδόσεις τους, δεν ήταν σε θέση να εκστρατεύσουν τόσο μακριά από τη γενέτειρά τους και να εμπλακούν σε εχθροπραξίες πριν από την παρέλευση της πανσελήνου, ήτοι πριν από έξι τουλάχιστον ημέρες. Παράλληλα όμως δεν επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν τη βάση τους και για τον πρόσθετο λόγο ότι υπέβοσκε ο φόβος μιας γενικευμένης επανάστασης των ειλώτων.

Τελικά, στις κορυφές των λόφων που «επιβλέπουν» την πεδιάδα του Μαραθώνα παρατάχθηκαν 10.000 Αθηναίοι και 1.000 Πλαταιείς. Αξιοσημείωτο είναι ότι η γειτονική πόλη των Πλαταιών είχε πρόσφατα περιέλθει στην αθηναϊκή κυριαρχία, έθεσε όμως πρόθυμα ολόκληρη τη στρατιωτική της δύναμη στη διάθεση των Αθηναίων για την αντιμετώπιση του κοινού εχθρού. Υστερα από πρόταση του στρατηγού Μιλτιάδη αποφασίστηκε να αντιμετωπιστούν οι Πέρσες μακριά από την πόλη της Αθήνας, για να μη μετατραπεί η αναμέτρηση σε στενή πολιορκία εντός των τειχών. Οι δύο αντίπαλοι στρατοί παρατάχθηκαν αντικριστά, σε απόσταση 1,5 περίπου χιλιομέτρου και έτσι έμειναν για τις επόμενες πέντε ημέρες. Το γενικό πρόσταγμα στο ελληνικό στράτευμα κατείχε κάθε ημέρα ένας από τους δέκα αθηναίους στρατηγούς, καθένας εκ των οποίων εκπροσωπούσε μία από τις φυλές της Αθήνας.

Από την πρώτη ημέρα οι απόψεις στο ελληνικό στρατόπεδο διίσταντο. Οι μισοί εκ των στρατηγών διατράνωναν ότι ήταν πολύ λίγοι για να υψώσουν ανάστημα έναντι των Περσών, ενώ οι άλλοι μισοί, με κύριο εκφραστή τους τον Μιλτιάδη, επέμεναν να προχωρήσουν πάραυτα σε μάχη. Από το αδιέξοδο της ισοψηφίας και της απραξίας ήρθε να βγάλει τους Αθηναίους ο σεβάσμιος πολέμαρχος Καλλίμαχος ο Αφιδναίος, η γνώμη του οποίου είχε βαρύνουσα σημασία και ήταν σύμφωνα με τον νόμο ισοδύναμη με εκείνη των στρατηγών. Αφού η πλάστιγγα έγειρε προς την ανάληψη δράσης, καθένας από τους πέντε στρατηγούς που είχαν αποφανθεί υπέρ της μάχης παραχωρούσε την ημέρα της αρχιστρατηγίας του τη θέση του στον Μιλτιάδη, αφήνοντάς στη δική του ευχέρεια την επιλογή της κατάλληλης στιγμής για επίθεση. Αν και δέχθηκε την τιμή, ο 60χρονος τότε στρατηγός περίμενε διακριτικά την ημέρα της δικής του αρχιστρατηγίας προκειμένου να εμπλακεί σε μάχη.

Η ελληνική πλευρά, που δεν διέθετε ούτε ιππικό ούτε τοξότες, γνώριζε ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τους πέρσες ιππείς σε ανοιχτό πεδίο. Οταν λοιπόν λίγο πριν από την αυγή της έκτης ημέρας οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν ότι το περσικό ιππικό απουσίαζε προσωρινά από το στρατόπεδο, κατάλαβαν ότι αυτή ήταν η ιδανική συγκυρία για τη μάχη. Αφού και οι θυσίες προς τους θεούς απέβησαν αίσιες, ο Μιλτιάδης διέταξε κατά μέτωπο επίθεση και τότε ο στρατός του διήνυσε την απόσταση του 1,5 περίπου χιλιομέτρου – 8 στάδια – που τον χώριζε από την πρώτη γραμμή των αντιπάλων τρέχοντας με αλαλαγμούς, για να δυσκολέψει τους πέρσες τοξότες να βρουν τον στόχο τους. Ηταν πλέον η στιγμή να τεθεί σε εφαρμογή η ιδιοφυής τακτική του Μιλτιάδη, η λεγόμενη «λαβίδα».

Στη δεξιά πλευρά της φάλαγγας βρισκόταν ο Καλλίμαχος με τους άνδρες του. Ακολουθούσαν οι υπόλοιπες αθηναϊκές φυλές και στην αριστερή πτέρυγα ήταν παρατεταγμένοι οι Πλαταιείς. Γνωρίζοντας την αριθμητική υπεροχή του εχθρού, ο αθηναίος στρατηγός φρόντισε να παρατάξει το πεζικό του σε μέτωπο ίδιου μήκους με των αντιπάλων. Ταυτόχρονα είχε ενδυναμώσει τα δύο άκρα της φάλαγγάς του, τα οποία διέθεταν διπλάσιο βάθος από το αποδυναμωμένο κέντρο του. Μόλις λοιπόν άρχισαν οι πρώτες επαφές σώμα με σώμα, οι πέρσες στρατιώτες του κέντρου άρχισαν να προελαύνουν απωθώντας το ελληνικό κέντρο προς τα πίσω. Την ίδια στιγμή τα ισχυρά άκρα των Ελλήνων είχαν τρέψει σε άτακτη υποχώρηση τα δύο άκρα του περσικού μετώπου. Στη συνέχεια τα δύο άκρα συγκρότησαν ενιαίο μέτωπο και άρχισαν να πλαγιοκοπούν το εκτεθειμένο κεντρικό τμήμα των Περσών. Σημειωτέον ότι Αθηναίοι και Πλαταιείς υπερτερούσαν στη μάχη σώμα με σώμα γιατί ήταν πολύ βαριά οπλισμένοι – με ξίφος, δόρυ, ασπίδα, κράνος και θώρακα – σε αντίθεση με τους Πέρσες, οι οποίοι βασίζονταν κυρίως στο ελαφρύ ακόντιο και στο τόξο τους και ήταν ως επί το πλείστον εκπαιδευμένοι για μάχες εξ αποστάσεως.

Η ισχυρή αριστερή και δεξιά πτέρυγα είχαν τώρα στραφεί στο πίσω μέρος του κύριου όγκου του περσικού πεζικού, το οποίο με μια κίνηση βρέθηκε στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο ελληνικές γραμμές επίθεσης. Υπό τον κίνδυνο να κυκλωθούν από όλες τις πλευρές χωρίς οδό διαφυγής, οι πέρσες στρατιώτες τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή προς τα καράβια τους. Αθηναίοι και Πλαταιείς ακολουθούσαν κατά πόδας. Η άγρια καταδίωξη οδήγησε πολλούς πέρσες στρατιώτες στα παρακείμενα έλη και μοιραία στον πνιγμό. Λυσσώδεις μάχες δόθηκαν τόσο στο κοντινό δάσος όσο και στην ακτή, στη διάρκεια της απεγνωσμένης προσπάθειας των αντιπάλων να επιβιβαστούν στα πλοία. Εκατοντάδες πνίγηκαν επί τόπου. Οι εχθροπραξίες διήρκεσαν ως το απόγευμα, οπότε και το τελευταίο εχθρικό πλοίο είχε χαθεί πλέον από τον ορίζοντα. Παρά τη συντριβή τους, οι Πέρσες δεν έβαλαν πλώρη για κάποιο λιμάνι της Μ. Ασίας, αντίθετα, αφού περιέπλευσαν το Σούνιο, κατευθύνθηκαν προς το Φάληρο με σκοπό να αποβιβαστούν και να εξαπολύσουν ανενόχλητοι την επίθεσή τους στην ανυπεράσπιστη Αθήνα. Για κακή τους τύχη οι Αθηναίοι είχαν προβλέψει αυτή την εξέλιξη και ο Μιλτιάδης με τους στρατιώτες του κατευθύνθηκε γρήγορα προς το αθηναϊκό επίνειο. Το ελληνικό στράτευμα παρατάχθηκε ταχύτατα δίπλα στον ναό του Ηρακλή στο Κυνόσαργες, πολύ προτού φανούν τα πανιά των αντιπάλων. Στη θέα των παρατεταγμένων Ελλήνων ο περσικός στόλος άλλαξε γρήγορα πορεία και επέστρεψε αποδεκατισμένος στη βάση του.

Πίσω στο πεδίο της μάχης ο τελικός απολογισμός ήταν εντυπωσιακός: 6.400 Πέρσες έπεσαν νεκροί έναντι μόλις 192 Ελλήνων. Οσο για τα τρόπαια της μάχης, εκτός από τα επτά πλοία που κατάφεραν να ακινητοποιήσουν, Αθηναίοι και Πλαταιείς περισυνέλεξαν πλήθος πολύτιμων λαφύρων, μέρος των οποίων αποτέλεσε τον λεγόμενο αθηναϊκό «θησαυρό» στο Μαντείο των Δελφών, ενώ τα υπόλοιπα χρησιμοποιήθηκαν πιθανότατα ως πρώτη ύλη για το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς του γλύπτη Φειδία.

Οσο για τους Σπαρτιάτες, έστειλαν τελικά ενισχύσεις στους Αθηναίους, μόνο που οι 2.000 πάνοπλοι πολεμιστές τους έφθασαν στην περιοχή του Μαραθώνα την επομένη της μάχης. Αφού αντίκρισαν τους χιλιάδες νεκρούς Πέρσες και συνεχάρησαν τους θριαμβευτές μαραθωνομάχους, πήραν «αμαχητί» τον δρόμο της επιστροφής. Σύμφωνα πάντα με τον θρύλο, μετά το πέρας της μάχης ένας εκ των ελλήνων πολεμιστών, άρχισε να τρέχει ενθουσιώδης και πάνοπλος με κατεύθυνση την πόλη της Αθήνας, καλύπτοντας σε μερικές ώρες την απόσταση των 40 χιλιομέτρων. Οταν έφτασε στο κέντρο της πόλης, όπου περίμεναν με αγωνία τα γυναικόπαιδα, αναφώνησε «Χαίρετε! Νενικήκαμεν!» και έπεσε νεκρός από την εξάντληση. (Από τη λαϊκή αυτή αφήγηση προέκυψε το 1896, με την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων επί ελληνικού εδάφους, η πρόταση να καθιερωθεί ως επίσημο ολυμπιακό αγώνισμα ο μαραθώνιος δρόμος, που έκτοτε καλύπτει απόσταση 42 χιλιομέτρων και 195 μέτρων.)

Στη μάχη του Μαραθώνα πολέμησε και τραυματίστηκε και ο τραγικός ποιητής Αισχύλος, ο οποίος αργότερα έλαβε μέρος και στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Τελευταία επιθυμία του μάλιστα ήταν μετά θάνατον να τον ενθυμούνται οι συμπατριώτες του ως γενναίο μαραθωνομάχο παρά ως επιτυχημένο τραγωδό, γεγονός που μαρτυρεί και το σχετικό επιτύμβιο επίγραμμα στον τάφο του. Στο πλευρό του Αισχύλου αγωνίστηκε με αυταπάρνηση και ο αδελφός του, Κυναίγειρος, ο οποίος ήταν ένας από τους 192 πολεμιστές της ελληνικής πλευράς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Σύμφωνα με τον θρύλο ο Κυναίγειρος προσπάθησε να ανασχέσει τη φυγή ενός από τα περσικά πλοία, πιάνοντάς το από την πρύμνη, για να του κόψουν τελικά το χέρι με τσεκούρι. Στην ίδια μάχη βρήκε τον θάνατο και ο αθηναίος πολέμαρχος Καλλίμαχος. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι για πρώτη φορά στη μάχη του Μαραθώνα οι Αθηναίοι πολέμησαν και θυσιάστηκαν πλάι πλάι με τους δούλους τους.

Αφού λοιπόν περισυνέλεξαν τις σορούς των πεσόντων οι Αθηναίοι, σύμφωνα με τα ταφικά τους έθιμα, έκαψαν τους νεκρούς τους και έθαψαν τα οστά τους σε παρακείμενο χώρο, δημιουργώντας τύμβο ύψους 9 μέτρων και διαμέτρου 50 μέτρων – η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως ακόμη και ίχνη από το τελετουργικό νεκρόδειπνο όπου συνέτρωγαν οι ζωντανοί για να τιμήσουν τους νεκρούς μετά την καύση. Στην κορυφή του τύμβου αναρτήθηκαν μαρμάρινες επιτύμβιες στήλες με τα ονόματα των πεσόντων μαραθωνομάχων κατά φυλές, συνοδευόμενα από το επιτάφιο επίγραμμα του Σιμωνίδη του Κείου: «Ελληνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν» («Πρόμαχοι των Ελλήνων οι Αθηναίοι στον Μαραθώνα ταπείνωσαν τη δύναμη των χρυσοφορεμένων Μήδων»).

Λίγο μακρύτερα βρίσκονται και οι τάφοι των νεκρών Πλαταιέων, οι τάφοι των δούλων, ενώ οι απόψεις διίστανται σχετικά με την τύχη των 6.400 νεκρών περσών στρατιωτών που έπεσαν πληγωμένοι θανάσιμα στο πεδίο της μάχης ή καταδικάστηκαν σε πνιγμό στην αγωνιώδη προσπάθειά τους να φθάσουν στα πλοία τους διασχίζοντας τα λασπώδη έλη ή πέφτοντας με τις βαριές χρυσοποίκιλτες στολές τους στη θάλασσα. Αλλοι υποστηρίζουν ότι οι Αθηναίοι, σύμφωνα με τις αρχές τους, δεν θα άφηναν ποτέ κάποιον άταφο, ωστόσο ο μεταγενέστερος περιηγητής Παυσανίας διατείνεται ότι, ύστερα από επιτόπια έρευνα, δεν είδε πουθενά στην περιοχή τάφους Περσών.

Δεκαετίες, ίσως ακόμη και αιώνες μετά τη μάχη, δεκάδες αθηναίοι έφηβοι οδηγούνταν από τους δασκάλους τους στο πεδίο της μάχης για να προσφέρουν θυσίες και να τοποθετήσουν στεφάνι στον τάφο των πεσόντων μαραθωνομάχων. Πολλούς αιώνες αργότερα, το 1810, ο φιλέλληνας ποιητής Λόρδος Βύρων, λίγο προτού φθάσει στο Μεσολόγγι, είχε επισκεφθεί τον Μαραθώνα και έγραψε: «Τα βουνά ατενίζουν τον Μαραθώνα και ο Μαραθώνας κοιτά τη θάλασσα. Μόνος για λίγο με τις σκέψεις μου εκεί, την Ελλάδα ονειρεύτηκα ελεύθερη. Γιατί στεκόμουνα στου Πέρση τον τάφο και δεν θεωρούσα τον εαυτό μου σκλάβο».

Οι σύγχρονοι ιστορικοί κάνουν λόγο για τη σημαντικότερη ίσως μάχη των αρχαίων χρόνων, επειδή άλλαξε στην κυριολεξία τον ρου της ιστορίας. Αν αντί των Αθηναίων είχαν επικρατήσει οι Πέρσες, πιθανότατα δεν θα μιλούσαμε σήμερα για τον χρυσό αιώνα και τα κλασικά χρόνια, ενώ η πορεία της Ευρώπης θα είχε πιθανότατα διαφορετική τροπή. Και ενώ η θριαμβευτική νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα δεν εξάλειψε διά παντός την περσική απειλή, την απώθησε ωστόσο για την επόμενη δεκαετία, αφήνοντας στην Αθήνα και στις άλλες ελληνικές πόλεις τον χρόνο να προετοιμαστούν κατάλληλα και με αναπτερωμένο ηθικό να αντιμετωπίσουν το αντίπαλον δέος στην τρίτη και τελευταία του απόπειρα να κυριαρχήσει στην περιοχή.

Ο αρχαιότερος από τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές, ο Αισχύλος, φέρεται να είχε πολεμήσει στη Μάχη του Μαραθώνα όταν ήταν τριάντα πέντε χρόνων. Από το στοιχείο αυτό οι ιστορικοί τοποθετούν τη γέννησή του στο 525 π.Χ., κατά την περίοδο που εδραιώνεται η Αθηναϊκή Δημοκρατία. Το όνομα του πατέρα του ήταν Ευφορίων και η οικογένειά του ζούσε κατά πάσα πιθανότητα στην Ελευσίνα.

Μολονότι ο Αισχύλος γνώρισε μεγάλη επιτυχία ως ποιητής κατά τη διάρκεια της ζωής του (πιθανολογείται ότι κέρδισε συνολικά 13 πρώτα βραβεία στον δραματικό διαγωνισμό των Μεγάλων Διονυσίων), ο ίδιος μάλλον θεωρούσε τη συμμετοχή του στη Μάχη του Μαραθώνα, καθώς και στις ναυμαχίες του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας, ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του, όπως άλλωστε προκύπτει από το ταφικό του επίγραμμα, στη Γέλα της Σικελίας, το οποίο φέρεται να συνέθεσε ο ίδιος:

«Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·αλκήν δ’ ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος».

(«Τον γιο του Ευφορίωνα τον Αθηναίο Αισχύλο κρύβει νεκρόν το μνήμα αυτό της Γέλας με τα στάρια· την άξια νιότη του θα ειπεί του Μαραθώνα τ’ άλσος κι ο Μήδος ο ακούρευτος οπού καλά την ξέρει».)
Ποιος ήταν ο Φειδιππίδης;

Συχνά η προσωπικότητα του Φειδιππίδη ταυτίζεται με τον στρατιώτη ο οποίος, σύμφωνα με τον θρύλο, μετά το πέρας της μάχης έτρεξε πάνοπλος ως την πόλη της Αθήνας καλύπτοντας σε μερικές ώρες την απόσταση των 40 χιλιομέτρων και όταν έφθασε αναφώνησε «Χαίρετε! Νενικήκαμεν!». Στην πραγματικότητα όμως το όνομα του στρατιώτη αυτού παραμένει άγνωστο. Το όνομα του Φειδιππίδη το γνωρίζουμε χάρη στον Ηρόδοτο, ο οποίος αναφέρει ότι ήταν ο ημεροδρόμος που απέστειλαν οι Αθηναίοι στη Σπάρτη προκειμένου να εξασφαλίσουν τη βοήθειά της κατά των Περσών. Σύμφωνα με τον «πατέρα της Ιστορίας», ο Φειδιππίδης κάλυψε την απόσταση των 240 χιλιομέτρων που χωρίζει τις δύο πόλεις σε δύο ημέρες, ωστόσο η απάντηση των Σπαρτιατών υπήρξε αποκαρδιωτική.
Η γενναίοτητα του Κυναίγειρου

Εκτός από τον Αισχύλο, στον Μαραθώνα πολέμησε και ο αδελφός του, Κυναίγειρος. Για τη γενναιότητά του μάλιστα διασώζεται η εξής ιστορία: αφού οι Ελληνες είχαν νικήσει τους Πέρσες στο κύριο πεδίο της μάχης, τους καταδίωξαν προς τα πλοία. Ο Κυναίγειρος άρπαξε ένα περσικό πλοίο με το χέρι του και προσπάθησε να το συγκρατήσει ώσπου να καταφθάσουν οι συμπολεμιστές του, ένας πέρσης στρατιώτης όμως του έκοψε το χέρι με ένα τσεκούρι. Ο Κυναίγειρος έπεσε στη θάλασσα αιμόφυρτος και ξεψύχησε.

ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΤΗΚΑΝ: ΘΥΜΙΟΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΛΙΟΥ, ΝΙΝΑ-ΜΑΡΙΑ ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ

www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=149419

Αφιέρωμα: Φίλιππος Β’ ο Μακεδών

July 31, 2011

31/07/2011

Φίλιππος Β' της Μακεδονίας

Φίλιππος Β’ o Μακεδών

Τέτοιες μέρες του 336 π.Χ., ο μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος Β’ έπεφτε δολοφονημένος, ύστερα από ένα μεγαλειώδες έργο με το οποίο επέβαλε την κυριαρχία του σε ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Βόρεια Ελλάδα και ένωσε με διπλωματικές και πολεμικές κινήσεις τους Έλληνες…

Προκειμένου περί του βασιλιά των Μακεδόνων Φίλιππου Β’, η ευρύτερη ιστορική μνήμη δεν του φέρθηκε τόσο καλά όσο του άξιζε. Δεν αναφερόμαστε ούτε στο άσχημο τέλος του, στη δολοφονία του δηλαδή, που συνέβη τέτοιες μέρες του 336 π.Χ., αλλά ούτε και στις σελίδες της επίσημης ιστορίας – η οποία βεβαίως τον δικαιώνει για τα μεγαλειώδη πράγματα που έπραξε τόσο για τη Μακεδονία όσο και για ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο και πολιτισμό. Ή ακόμη και για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό… Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως από διάφορες και ποικίλες πηγές -ανάμεσά τους ένα ψηφιδωτό στο παλάτι του που αναπαριστά την “Αρπαγή της Ευρώπης”- οι ειδικοί εύλογα υποθέτουν πως ο ίδιος ο μακεδόνας βασιλιάς θεωρούσε τον εαυτό του ευρωπαίο ηγέτη.

Προφανώς αναφερόμαστε στην υστεροφημία του μέγιστου των Μακεδόνων αλλά και των αρχαίων ελλήνων βασιλέων. Και απ’ όλα αυτά που είναι γνωστά για τον ίδιο, καλό θα ήταν να μην πάει το μυαλό σας στα άγρια μεθύσια του ή στις πολλές συζύγους που άλλαξε -σύμφωνα άλλωστε και με τα ήθη της εποχής- ή σε οποιεσδήποτε άλλες μικρότητες που μπορεί να έπραξε σε καθημερινό, πολιτικό, διπλωματικό, συνωμοτικό επίπεδο, με τους ομόφυλους Έλληνες ή και με τους αλλόφυλους Πέρσες.

Θα επιμείνουμε λοιπόν να ισχυριζόμαστε πως η ευρύτερη ιστορία και ιδιαίτερα η μνήμη δεν του φέρθηκε τόσο καλά, ακόμη και αν ανάμεσα στις επίσημες σελίδες που γράφτηκαν για αυτόν διαβάζουμε πως ήταν ο σωτήρας της Ελλάδας ή ακόμη πως ήταν ο ηγέτης που ένωσε τους Έλληνες και προσπάθησε να τους θέσει σε εξωστρεφή λειτουργία ώστε να εγκαταλείψουν τον αδελφοκτόνο σπαραγμό.

Νεαρότατος ο Φίλιππος, σε ηλικία μόλις 23 ετών, μετά από πανωλεθρία του προκατόχου του έλαβε τα ηνία της Μακεδονίας, και ο κατά πάντα καινοτόμος βασιλιάς κατάφερε όχι μόνο να ανασυντάξει το ευρισκόμενο υπό απειλή κράτος και να επιβάλει την κυριαρχία του σε ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Βόρεια Ελλάδα, αλλά και να ενώσει με ευρύτερες διπλωματικές και πολεμικές κινήσεις τους Έλληνες.

Έτσι ο Φίλιππος άνοιξε τον δρόμο για την αντεπίθεση των Ελλήνων κατά των Περσών, που πολλές φορές ήδη είχαν “παρενοχλήσει” στρατιωτικά με τις ορδές τους τους Έλληνες σε θάλασσα και σε στεριά φτάνοντας μέχρι την ίδια την Αθήνα. Και όσο κι αν οι ελληνικές δυνάμεις κατήγαγαν περιφανείς νίκες (ή ακόμη και περιφανείς ήττες, όπως για παράδειγμα στις Θερμοπύλες), συνέχιζαν να απειλούνται από τον Πέρση Μεγάλο Βασιλιά. Αίφνης όμως τον μέγιστο των ελλήνων βασιλέων, Φίλιππο Β’, τον πρόλαβε ο θάνατος. Και τότε ήλθε η σειρά του τρισμέγιστου Αλέξανδρου να αναλάβει δράση – έτσι εσαεί πλέον ο Φίλιππος αποκαλείται, σχεδόν μονότονα και μονοσήμαντα από όλους, ως ο πατέρας του Μεγάλου Αλέξανδρου. Αλλά ο Φίλιππος Β’ δεν ήταν μόνο αυτό. Το μεγαλειώδες έργο του μεγίστου πατέρα ήταν το εφαλτήριο, ναι, για τον τρισμέγιστο γιο. Και ίσως έτσι πρέπει να τον θυμόμαστε και να τον μνημονεύουμε για να μην τον αδικούμε, προσφέροντάς του την αρμόζουσα τιμή!

Κείμενα: Μανόλης Ανδρόνικος, Θανάσης Γεωργιάδης, Ιωάννης Τουλουμάκος
Συνέντευξη: Βασίλης Βουτέρος
Επιμέλεια αφιερώματος, κείμενο, συνέντευξη: Στέλιος Κούκος (skoukos@makthes.gr

http://www.makthes.gr/news/reportage/78188/

 


%d bloggers like this: